σπονδοφόρος — one who offers libations masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σπονδοφόρος — ο, ΝΜΑ, και σπονδιοφόρος και ουδ. το σπονδοφόρον και ως επίθ. σπονδηφόρος ΜΑ 1. αυτός που προσέφερε σπονδές, θυσίες, ιδίως εκείνος που έσταζε από το ποτήρι σταγόνες κρασιού 2. αυτός που έκανε προτάσεις για ανακωχή ή για ειρήνη 3. θρησκευτικός… … Dictionary of Greek
σπονδοφόροι — σπονδοφόρος one who offers libations masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σπονδοφόροις — σπονδοφόρος one who offers libations masc dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σπονδοφόρον — σπονδοφόρος one who offers libations masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σπονδοφόρους — σπονδοφόρος one who offers libations masc acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σπονδοφόρων — σπονδοφόρος one who offers libations masc gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
σπονδοφόρῳ — σπονδοφόρος one who offers libations masc dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
-φορος — ΝΜΑ β συνθετικό παροξύτονων και προπαροξύτονων ονομάτων, αρσενικών και θηλυκών, και επιθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα φορ τής ρίζας τού ρήματος φέρω* και απαντά σε μεγάλο αριθμό συνθέτων (σχεδόν… … Dictionary of Greek
σπονδηφόρος — ὁ, Μ βλ. σπονδοφόρος … Dictionary of Greek
σπονδιοφόροι — οἱ, Α βλ. σπονδοφόρος … Dictionary of Greek